“Του Γιάνη Βαρουφάκη”

“Του Γιάνη Βαρουφάκη”


ΣΤΟΠ στην εισβολή του Πούτιν
ΣΤΟΠ σε κάθε ΝΑΤΟϊκό σχέδιο εμπλοκής σε αδιέξοδη πολεμική κλιμάκωση
ΕΙΡΗΝΕΥΣΗ μέσα από την διπλωματία των λαών, όχι των πολεμοχαρών ολιγαρχών
Η 24η Φεβρουαρίου, δυστυχώς, θα μείνει στην ιστορία ως μαύρη μέρα για την Ευρώπη. Τα γεωπολιτικά παιχνίδια Πούτιν-ΝΑΤΟ, τελικά, γέννησαν πόλεμο. Σήμερα, προέχει να σταματήσει η εισβολή, να επιστρέψουν τα Ρωσικά στρατεύματα στη βάση τους και να ξεκινήσει μια νηφάλια ειρηνευτική διαδικασία. Προέχει ακόμα να παλέψουμε ώστε να μην υπάρξει καμία εμπλοκή της Ελλάδας σε μια αδιέξοδη, επικίνδυνη σύρραξη στην περιοχή μας.Η άμεση κατάπαυση του πυρός και η Διαρκής Ειρήνη είναι το ζητούμενο. Είναι όμως δεδομένο ότι, με αυτές τις ηγεσίες στη Μόσχα, στην Ουάσιγκτον και στην ΕΕ οι οποίες είτε πυροδότησαν είτε ανέχθηκαν τις εντάσεις που μας οδήγησαν εδώ, μια πραγματική ειρηνευτική διαδικασία είναι αδύνατη.Για αυτό, το DiEM25, το ΜέΡΑ25 και η Προοδευτική Διεθνής καλούμε τα λαϊκά προοδευτικά κινήματα στη Ρωσία, την Ουκρανία, την Ευρώπη, τις ΗΠΑ και στον υπόλοιπο κόσμο να ενεργοποιηθούν ώστε να αφοπλίσουν το διεθνές στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα και να το αντικαταστήσουν με την διπλωματία των λαών που μόνο στόχο μπορεί να έχει την μεταξύ τους αλληλεγγύη και συνεργασία.

Από την συμμετοχή μου μαζί με συνοδοιπόρους του ΜέΡΑ25 στην κινητοποίηση – διαμαρτυρία του Συλλόγου Καταστηματαρχών Εστίασης & Αναψυχής Ν. Αχαΐας ΣΚΕΑΝΑ, “ΤΟ ΡΕΥΜΑ μας ΣΚΟΤΩΝΕΙ” για την ακρίβεια στο ρεύμα στην Πλατεία Γεωργίου.
Το ΜέΡΑ25 από την πρώτη στιγμή είναι δίπλα στον κόσμο της εστίασης που είναι απο τους κλάδους που έχουν πληγεί ανεπανόρθωτα απο τους χειρισμούς και τα “μέτρα” της κυβέρνησης κατά την διάρκεια της πανδημείας.
Για να λυθεί το πρόβλημα πρέπει:
Άμεσα να μειωθεί η τιμή του ρεύματος καταργώντας την οριακή τιμή τιμολόγησης καταργώντας το κέρδος των εταιρειών-πειρατών.
Να διευρυνθούν τα κριτήρια ένταξης στο κοινωνικό τιμολόγιο ώστε να πιάνουν μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού, που χτυπιέται έτσι και αλλιώς από τη γενικευμένη ακρίβεια και ύφεση. Να υποχρεωθούν όλες οι εταιρείες να το παρέχουν.
Να σταματήσουν άμεσα οι διακοπές ρεύματος στα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος και να διαγραφούν τα χρέη της πανδημίας για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Να καταργηθεί το Χρηματιστήριο Ενέργειας και να κοινωνικοποιηθεί η ΔΕΗ.



Μαζί με μέλη του ΜέΡΑ25 Πάτρας, συμμετέχοντας στην πανελλήνια δράση του κόμματος ενάντια στην ακρίβεια και τις κατασχέσεις στην Πλατεία Όλγας.
https://www.thebest.gr/article/653997-mera25-patras-i-akribeia-den-einai-fusiko-fainomeno



Συνοπτικά η ιστορία της ΔΕΗ
Η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού ιδρύθηκε το 1950 με σκοπό να θεραπεύσει το μεγάλο πρόβλημα εξηλεκτρισμού της χώρας. Όταν ιδρύθηκε η ΔΕΗ υπήρχαν 415 εταιρείες σε όλη τη χώρα, από τις οποίες οι 357 ήταν ιδιωτικές ενώ υπήρχαν και 58 δημοτικές ή κοινοτικές. Η ύπαρξη πληθώρας πολλών μικρών ιδιωτικών και δημοτικών επιχειρήσεων παραγωγής και παροχής ηλεκτρικού ρεύματος ουσιαστικά καθιστούσε το κόστος πολύ υψηλό για τον καταναλωτή, είτε οικιακό, είτε επαγγελματικό εμπορικό, μιας και δεν μπορούσαν να αναπτυχθούν οικονομίες κλίμακας μειώνοντας το κόστος παραγωγής και διανομής, ο δε ιδιωτικός/κερδοσκοπικός χαρακτήρας των εν λόγω επιχειρήσεων καθιστούσε τον εξηλεκτρισμό κάθε γωνιας της χώρας ανέφικτο μιας και κανείς ιδιώτης δεν θα επένδυε σε υποδομές για να ηλεκτροδοτηθεί ένα απομακρυσμένο χωριό/κωμόπολη.
Η σύσταση της ΔΕΗ τον Αύγουστο του 1950 εθνικοποίησε την παραγωγή και διανομή της ηλεκτρικής ενέργειας. Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας θεωρήθηκε πλέον υπηρεσία κοινής ωφέλειας. Η ΔΕΗ είχε το αποκλειστικό προνόμιο της κατασκευής, λειτουργίας και εκμετάλλευσης υδροηλεκτρικών και θερμικών εργοστασίων, της χρήσης (κατά προτίμηση) εθνικών καυσίμων και την υποχρέωση κατασκευής εθνικού δικτύου μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, το μονοπώλιο διάθεσης και πώλησης του παραγόμενου ηλεκτρικού ρεύματος. Έπρεπε να έχει οικονομική αυτάρκεια, να παρέχει στη φθηνότερη δυνατή τιμή το ρεύμα στους αγροτικούς και αστικούς πληθυσμούς και να μην κάνει διακρίσεις μεταξύ αστικών και αγροτικών πληθυσμών τόσο στη διανομή όσο και στην τιμολογιακή πολιτική της.
Όταν ιδρύθηκε η ΔΕΗ το 1950, η κατανάλωση ανά κάτοικο ήταν 88 Kwh το χρόνο, ενώ πέντε χρόνια αργότερα έφτασε τις 150 Kwh. Αντίστοιχα, το 1950 ο ηλεκτροδοτούμενος πληθυσμός της χώρας ήταν 55% του συνόλου, ενώ το 1955 έφτασε το 59,1 %.
Το άνοιγμα της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας – Η πορεία προς την ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ
Η απαρχή του ανοίγματος της αγοράς ενέργειας στην ΕΕ εισήχθη με την Οδηγία 96/92/ΕΚ (1996), η οποία με πρόσχημα τη διασύνδεση των δικτύων των χωρών-μελών σε ένα κοινό ευρωπαϊκό δίκτυο και τη δημιουργία μιας κοινής αγοράς ενέργειας, έθεσε το πλαίσιο για την σταδιακή ιδιωτικοποίηση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Στην Ελλάδα η αρχή έγινε από το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ του Κώστα Σημίτη. Το 1999 ιδρύθηκε η ΡΑΕ , η Ανεξάρτητη Αρχή Ενέργειας, με τον Ν.2773/99, ενσωματώνοντας στο ελληνικό δίκαιο την παραπάνω οδηγία. Διαβάζουμε στην ιστοσελίδα της ΡΑΕ:
Ο νόμος αυτός προέβλεπε:
Η ΔΕΗ μετατράπηκε το 2000 σε Ανώνυμη Εταιρεία και εισήχθη στο ΧΑΑ. Στα χρόνια που ακολούθησαν η εταιρεία «έσπασε» στο κομμάτι της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, που διατήρησε την επωνυμία ΔΕΗ και στη διαχείριση των δικτύων μεταφοράς της ηλεκτρικής ενέργειας, τον Ανεξάρτητο Διαχειριστή Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΔΜΗΕ) και τον Διαχειριστή Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΔΕΔΔΗΕ).
Στο παιχνίδι άρχισαν να μπαίνουν ιδιώτες, οι γνωστοί ολιγάρχες επιχειρηματίες που διαπλέκονται με το πολιτικό προσωπικό, ελέγχουν ΜΜΕ και ποδοσφαιρικές ομάδες και ουσιαστικά νέμονται τη χώρα. Το 2010 ιδρύθηκε ο ΕΣΑΗ, «Ελληνικός Σύνδεσμος Ανεξαρτήτων Εταιρειών Ηλεκτρικής Ενέργειας». Μέλη του ΕΣΑΗ είναι οι: ELPEDISON Α.Ε., MYTILINEOS Α.Ε., ΗΡΩΝ ΙΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ Α.Ε., ΚΟΡΙΝΘΟΣ POWER Α.Ε., ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Α.Ε. και MOTOR OIL HELLAS A.E., δηλαδή οι γνωστοί και μη εξαιρετέοι Μπόμπολας, Λάτσης, Βαρδινογιάννης, Μυτιληναίος. Όπως αναγράφεται στην ιστοσελίδα του συνδέσμου, οι συνολικές τους επενδύσεις ανέρχονται σε 1,5δισ ευρώ, σημειώστε το νούμερο, θα δούμε παρακάτω πως προέκυψε το μεγαλύτερο κομμάτι του, αν όχι ολόκληρο.
Ακριβώς επειδή οι ιδιώτες παραγωγοί δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν τη ΔΕΗ που λειτουργούσε με τεράστιες οικονομίες κλίμακας, πολύ χαμηλό κατά μονάδα κόστος παραγωγής, αρχικά η κυβέρνηση Καραμανλή προχώρησε σε σταδιακές αυξήσεις των τιμολογίων της ΔΕΗ. Το μεγάλο πάρτι όμως ξεκίνησε με την εισαγωγή του λεγόμενου Μηχανισμού Ανάκτησης Μεταβλητού Κόστους Τρίτων Παραγωγών. Σε σχετικό δελτίο τύπου της ίδιας της ΔΕΗ το 2013, ως απάντηση στον ΕΣΑΗ που ζητούσε επέκταση του μηχανισμού, αναφέρεται:
«Η αλήθεια είναι ότι ο «Μηχανισμός Ανάκτησης Μεταβλητού Κόστους» που αρχικά καθιερώθηκε ως ρύθμιση προσωρινού χαρακτήρα, διασφαλίζει ένα προστατευμένο οικονομικά περιβάλλον στους τρίτους ηλεκτροπαραγωγούς καθώς επιτρέπει την αποζημίωση τους σε τιμές υψηλότερες από αυτές που διαμορφώνονται στην ημερήσια αγορά ηλεκτρικής ενέργειας (Οριακή Τιμή Συστήματος). Διασφαλίζει ότι οι μονάδες τους μπορούν να λειτουργούν ανεξαρτήτως της ζήτησης απολαμβάνοντας εγγυημένη αμοιβή ανεξαρτήτως της πορείας της αγοράς και του κόστους καυσίμου καθώς ο μηχανισμός καλύπτει τα έξοδα τους +10%. Κατέληξε δε να γίνεται κατάχρηση του στρεβλωτικού αυτού μηχανισμού (κατά ομολογία και της ίδιας της ΡΑΕ), με αποτέλεσμα τη σημαντική επιβάρυνση του κόστους ηλεκτροπαραγωγής της χώρας, με αντίστοιχη αρνητική επίπτωση στις δαπάνες και τη ρευστότητα της ΔΕΗ, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες εξαιρετικά περιορισμένης δυνατότητας χρηματοδότησης. Είναι αυταπόδεικτο ότι η εισαγωγή τέτοιων ρυθμίσεων σε οποιαδήποτε αγορά συνιστά παρεμβατισμό και στρέβλωση των μηχανισμών διαμόρφωσης τιμής με βάση τους κανόνες της προσφοράς και ζήτησης. Κατά συνέπεια, το αίτημα κατάργησης του εν λόγω μηχανισμού δεν συνιστά ιδιοτροπία της ΔΕΗ, αλλά αυτονόητο αίτημα για τον εξορθολογισμό της αγοράς και για τη λειτουργία του ηλεκτρικού συστήματος της χώρας κατά τρόπο βέλτιστο και πιο οικονομικό, προς όφελος των Ελλήνων καταναλωτών και της εθνικής οικονομίας».
Εκτός του ΜΑΜΚ, λειτουργούσε και ο Μηχανισμός Διασφάλισης Ισχύος Τρίτων Παραγωγών. Σύμφωνα με τα τριμηνιαία αποτελέσματα της ΔΕΗ (ημερομηνίας 2014 το συγκεκριμένο που λειτουργούσε στο πικ ο ΜΑΜΚ), η ΔΕΗ είχε επιδοτήσει με 105 εκ ευρώ τους ιδιώτες ανταγωνιστές της για το Α’ Τρίμηνο του 2013, με το ποσό για την αντίστοιχη περίοδο του 2014 να είναι 11,4 εκ ευρώ μέσω του ΜΑΜΚ και μέσω του ΜΔΙΤΠ ποσά 19,3 εκ ευρώ το Α’ Τρίμηνο του 2013 και 43,3 εκ ευρώ το αντίστοιχο τρίμηνο του 2014.


Την Παραμονή Πρωτοχρονιάς το Eurogroup δημοσιοποίησε ανοικτή επιστολή προς τους πολίτες της Ευρώπης που δεν επιτρέπεται να περάσει στα ψιλά. Με την ευκαιρία της εικοστής επετείου της κυκλοφορίας του ευρώ, οι συνυπογράφοντες υπουργοί οικονομικών της ευρωζώνης μιλούν για το «κοινό μας νόμισμα»ωςσύμβολο που«μαρτυρεί την ενότητα που στηρίζει την Ένωσή μας» και «… της δέσμευσής μας να εξασφαλίσουμε ένα βιώσιμο μέλλον, με ευημερία και χωρίς αποκλεισμούς, για τις επόμενες γενιές». Χωρίς την παραμικρή αναφορά στην τερατώδη κρίση του ευρώ! Λες και, όλα αυτά τα χρόνια,ζούσαμεσε άλλο πλανήτη!
Απέναντι σε αυτή την επιστολή-μνημείο καθεστωτικής προπαγάνδας έχουμε υποχρέωση να τοποθετηθούμε όλες και όλοι. Να προβούμε στη δική μας αποτίμηση της εικοσαετίας του ευρώ και, βέβαια, σε εκτιμήσεις για το τι μέλλει και τι δέον γενέσθαι όσον αφορά το νομισματικό ζήτημα.
Το ευρώ απέτυχε σύμφωνα με τα κριτήρια των εμπνευστών του
Βασικό ζητούμενο της δημιουργίας του ευρώ ήταν η περίφημη «Σύγκλιση» που θα ερχόταν μέσω της κατάργησης (Α) του κόστους μετατροπής συναλλάγματος (π.χ. από μάρκα σε φράγκα και από φράγκα σε δραχμές) και (Β) του φόβου της υποτίμησης νομισμάτων (όπως η λιρέτα και η δραχμή). Πέντε ήταν, οι υποσχέσεις των εμπνευστών του ευρώ: (1) Ενίσχυση εμπορικών ροών. (2) Συγκλίνοντα βιοτικά επίπεδα. (3) Ηπιότερες οικονομικές κρίσεις. (4) Σταθερότητα τιμών. (5) Σύγκλιση του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας Ελλάδας-Γερμανίας, Ολλανδίας-Ιταλίας κ.ο.κ.
Τα νούμερα είναι αμείλικτα: Ούτε μία από αυτές τις πέντε υποσχέσεις δεν τηρήθηκε! Αντίθετα, είναι ξεκάθαρο ότι η μέγιστη σύγκλιση επετεύχθη μεταξύ πλουσιότερων χωρών (π.χ. η Γερμανία) με τις χώρες της ΕΕ που δεν υιοθέτησαν το ευρώ, τόσο τις φτωχότερες (Τσεχία, Ουγγαρία, Πολωνία) όσο και τις πλουσιότερες (Δανία, Σουηδία). Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Τσεχία (που έμεινε εκτός ευρώ), από τη μία, η Ελλάδα και η Πορτογαλία (που μπήκαν στο ευρώ) από την άλλη. Το 1995, για κάθε €100 εισοδήματος τουΓερμανού πολίτη, ο Τσέχος έβγαζε €17, ο Έλληνας €42 και ο Πορτογάλος €37. Από τότε, το μέσο εισόδημα του Τσέχου συνέκλινε με του Γερμανού κατά €24, του Έλληνα κατά €3 και του Πορτογάλου κατά €9.
Η αποτυχία του ευρώ να φέρει την πολυπόθητη σύγκλιση γίνεται ακόμα πιο εντυπωσιακή στον τομέα των εμπορικών συναλλαγών: Εντός της ευρωζώνης, το διακρατικό εμπόριο αυξήθηκε κατά 10% σε μια εποχή που το διεθνές εμπόριοαυξανόταν κατά 30% και το εμπόριο μεταξύ Γερμανίας και του εκτός ευρώ τριγώνου Πολωνίας-Τσεχίας-Ουγγαρίας αυξήθηκε κατά 63%. Κάτι αντίστοιχο είχαμε και στις παραγωγικές επενδύσεις: Ενώ οι γερμανικές τράπεζες έδιναν οροσειρές δανείων σε χώρες όπως η Ελλάδα, με αποτέλεσμα την πτώχευσή μας το 2010, τα τρία-τέταρτα των άμεσων ξένων επενδύσεων πήγαιναν στις χώρες εκτός ευρώ. Έτσι, αντί για σύγκλιση παραγωγικότητας, εισοδημάτων και ρυθμού εκβιομηχάνισης εντός της ευρωζώνης, η σύγκλιση επετεύχθη σε χώρες που είπαν όχι στο ευρώ.
Γιατί ξαφνιαζόμαστε;
Το ενδιαφέρον ερώτημα δεν είναι «γιατί απέτυχε το ευρώ να φέρει τη σύγκλιση;» αλλά το «πώς προέκυψε η σιγουριά του ευρωπαϊκού κατεστημένου ότι το ευρώ θα έφερνε οικονομική σύγκλιση;» Ας δούμε τις προηγμένες χώρες που κατάφεραν να συγκλίνουνοικονομικά με γειτονικές τους χώρες επιτυγχάνοντας τεράστια αλληλο-διείσδυση επενδύσεων και εμπορίου. Τρία ενδεικτικά παραδείγματα είναι τα ζεύγη Σουηδία-Νορβηγία, ΗΠΑ-Καναδάς και Αυστραλία-Νέα Ζηλανδία. Αυτές οι χώρες έχουν συγκλίνει τα μέγιστα επειδή απέφυγαν τη νομισματική ενοποίηση.
Για να δούμε το γιατί, πάρτε τον πληθωρισμό τους: Από το 1979 είναι λίγο-πολύ ίδιος στην Αυστραλία και την Νέα Ζηλανδία, στις ΗΠΑ και στον Καναδά, στη Σουηδία και στη Νορβηγία. Κι όμως: οι συναλλαγματικές τους ισοτιμίες, την ίδια περίοδο, αυξομειώθηκαν εκρηκτικά. Αυτές όμως οι αυξομειώσεις είναι που λειτούργησαν σαν αμορτισέρ σε περιόδους κρίσης αποσβένοντας τους κραδασμούς, με αποτέλεσμα να παραμείνουν σε τροχιά σύγκλισης.
Το ίδιο ακριβώς συνέβη μεταξύ της Πολωνίας και της Γερμανίας: Όταν δημιουργήθηκε το ευρώ, το πολωνικό ζλότυ υποτιμήθηκε 27%, μετά το 2004 ανατιμήθηκε 50% και, με το Κραχ του 2008, υποτιμήθηκε πάλι 30%. Το αποτέλεσμα; Η Πολωνία απέφυγε τόσο την δική μας περίοδο Κάλπικης Ανάπτυξης (2001-2007) όσο και την Μεγάλη Κατάρρευση (το 2010) και, έτσι, συνέκλινε περισσότερο με την γερμανική οικονομία.
Αναπόφευκτη Κρίση
Δημιουργώντας το ευρώ κάναμε το εξής: Ιδρύσαμε μια κοινή κεντρική τράπεζα (ΕΚΤ) χωρίς ένα κοινό κράτος να την στηρίζει ενώ, την ίδια στιγμή, μείναμε με κράτη που δεν έχουν κεντρική τράπεζα να τα στηρίζει (καθώς το Καταστατικό της ΕΚΤ απαγορεύει την χρηματοδότηση των κρατών) παρά το γεγονός ότι τα κράτη καλούνται, σε περιόδους κρίσης, να διασώζουν τις ιδιωτικές τράπεζες που λειτουργούν στο έδαφός τους. Αν το καλοσκεφτούμε, πρόκειται για τον ορισμό του ανορθολογισμού, για να μην πω της παράνοιας.
Αυτό που κάναμε θυμίζει οδηγό που αφαιρεί τα αμορτισέρ από το αυτοκίνητό του και μετά το οδηγεί με φόρα σε βαθύ χαντάκι. Ο λόγος που χώρες όπως η Πολωνία, η Νέα Ζηλανδία και ο Καναδάς κατάφεραν να μην μείνουν πίσω (ή, χειρότερα, να σκλαβωθούν) από την Γερμανία, την Αυστραλία και τις ΗΠΑ αντίστοιχα, είναι ότι δεν προέβησαν σε νομισματική ένωση μαζί τους. Αν είχαν κάνει το λάθος αυτό, οι κρίσεις του 1991, του 2001, του 2008 και του 2020 θα τις είχαν μετατρέψει σε χρεοδουλοπαροικίες.
Δεν χρειάζεται να είσαι οικονομολόγος για να καταλάβεις ότι, ότανκαταργείςτον κίνδυνο της υποτίμησης του εθνικού σου νομίσματος μέσω νομίσματος που μοιράζεσαι με ισχυρότερες οικονομίες, χωρίς να δημιουργείς όμως κοινό κράτος, το μόνο που πετυχαίνεις είναι να αντικαθιστάς την υποτίμηση π.χ. της δραχμής με τη χρεοκοπία των πολλών και την αθέτηση πληρωμών σε ξένους δανειστές. Λογικό δεν είναι αυτοί οι, εξ ορισμού, πανίσχυροι δανειστές, μαζί με την ΕΚΤ (τον μοναδικό θεσμό της ευρωζώνης που μάλιστα λειτουργεί εκτός δημοκρατικών θεσμών), να απαιτήσουν γην και ύδωρ από την χρεοκοπημένη πλειοψηφία; Προφανώς. Εν ολίγοις, η «Χρεοδουλοπαροικίας η Ελλάς» ήταν αναπόφευκτη κατάληξη της αρχιτεκτονικής του ευρώ.
Οι μεταρρυθμίσεις της ευρωζώνης άλλαξαν τα πάντα ώστε να μην αλλάξει τίποτα
Το κυρίαρχο αφήγημα είναι ότι, ναι, η αρχική αρχιτεκτονική της ευρωζώνης ήταν σαθρή, η αρχική αντίδραση της τρόικας στην αναπόφευκτη κρίση ήταν άξεστη και αντιλαϊκή, αλλά χρόνο με τον χρόνο το θεσμικό πλαίσιο του ευρώ άλλαξε: Δημιουργία του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), το Πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης της ΕΚΤ, η κοινή επίβλεψη των συστημικών τραπεζών (SSM) και, βέβαια, το Ταμείο Ανάκαμψης που δημιουργήθηκε λόγω πανδημίας. Πρόκειται για, εκ πρώτης όψεως, εντυπωσιακές αλλαγές.
Όμως, αν βάλουμε την κάθε μία τους κάτω από το μικροσκόπιο, θα δούμε ότι το ευρωπαϊκό κατεστημένο έκανε, σε κάθε τομέα, το ελάχιστο χωρίς το οποίο το ευρώ σήμερα δεν θα υπήρχε. Θα δούμε, ακόμα, πως οι μεταρρυθμίσεις αυτές δεν ήταν μόνο οι ελάχιστες δυνατές αλλά και έγιναν με τρόπο που εγγυάται ότι δεν αλλάζει τίποτα όσον αφορά την πεμπτουσία της ευρωζώνης: την τάση να μεγεθύνει τις ανισορροπίες (εμπορικών και κεφαλαιακών ροών) και, έτσι, να υποδαυλίζει την όλο και μεγαλύτερη απόκλιση μεταξύ των χωρών μας την ώρα που, στο εσωτερικό τους, μεγεθύνονται οι ανισότητες.
Η τραγωδία του ευρώ δεν είναι μόνο η αιχμαλωσία χωρών όπως η Ελλάδα στην χρεοκοπία, την υποανάπτυξη και την νεο-αποικιοκρατική εξάρτηση. Το να υποφέρουν οι πολίτες μιας χρεοκοπημένης χώρας όπως η Ελλάδα, έχει μια (μισανθρωπική) λογική. Το να υποφέρουν όμως οι μισοί κάτοικοι της Γερμανίας, χώρας που κολυμπά στα τεράστια πλεονάσματα που η αρχιτεκτονική του ευρώ της στέλνει, αυτό αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο αβάστακτου ανορθολογισμού.
Γιατί επιμένουν;
Αν το 2000 κάποιος έδινε €1000 για να αγοράσει μετοχές στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, σήμερα θα είχε €1700 (κατά μέσο όρο και σε αποπληθωρισμένες τιμές). Αν αγόραζε μετοχές αξίας €1000 στη Νότια Κορέα, σήμερα θα είχε περίπου €1200. Κι αν αγόραζε μετοχές αξίας €1000 στα Χρηματιστήρια της Φρανκφούρτης και του Παρισιού, θα του έμεναν €920. Με άλλα λόγια, η αποτυχία του ευρώ δεν αφορά μόνο την εργασία – έπληξε και την άλλη πλευρά της πάλης των τάξεων.
Ας δούμε μια ακόμα πτυχή της αρνητικής επιρροής του ευρώ στους ισχυρούς: Λέγεται συχνά, και ορθώς, ότι το ευρώ (κρατώντας χαμηλά το «γερμανικό» νόμισμα) βοήθησε τις γερμανικές εξαγωγές επιτρέποντας στο γερμανικό κεφάλαιο να συσσωρεύσει πλεονάσματα. Είναι αλήθεια. Από το 2000 έως το 2020 στη Γερμανία εισέρρευσαν συνολικά €2,4 τρισεκατομμύρια από καθαρές εξαγωγές, περίπου το 62% ενός ετήσιου γερμανικού ΑΕΠ. Από αυτά όμως, οι «ιδιοκτήτες» τους έχασαν μέσα από τα χέρια τους περίπου το ένα τρίτο. Πώς; Είναι απλό. Όταν μαζεύεται τόσο χρήμα στη Γερμανία, όπου οι πολίτες είτε δεν θέλουν είτε δεν μπορούν να το δανειστούν, λιμνάζει στις τράπεζές της. Εκείνες αναγκάζονται να το δανείσουν σε ξένους, πολλοί εκ των οποίων αδυνατούν να το αποπληρώσουν. Συνεπώς, μπορεί το ευρώ να βοήθησε τους Γερμανούς κεφαλαιοκράτες να συσσωρεύσουν πολύ χρήμα αλλά τους ανάγκασε να σκορπίσουν στον άνεμο ένα μεγάλο μέρος του – την ώρα που το 50% των Γερμανών δεν τα βγάζει πέρα!
Κάπως έτσι φτάσαμε στο Μέγα Ερώτημα: Αν τα πράγματα είναι έτσι, πως εξηγείται η ευρω-λαγνεία της ολιγαρχίας σε ολόκληρη την ευρωζώνη; Αν ακόμα και οι ισχυροί, το μεγάλο κεφάλαιο, χάνουν, γιατί έχουν γαντζωθεί στο ευρώ και δείχνουν διατεθειμένοι να θυσιάσουν τα πάντα για αυτό; Η απάντηση είναι: Επειδή το ευρώ, έτσι ακριβώς όπως είναι σαθρά δομημένο (χωρίς κοινό υπουργείο οικονομικών, χωρίς ομοσπονδοποίηση, χωρίς ικανό κοινό χρέος), αποτελεί τον μεγαλύτερο πολιτικό θρίαμβο της άρχουσας τάξης από τότε που υποχώρησε η φεουδαρχία.
Ποιον θρίαμβο; Την κατάργηση, από την ώρα που δημιουργήθηκε το ευρώ, της όποιας δυνατότητας κάθε εκλεγμένης κυβέρνησης να μεταφέρει σοβαρό μέρος του συνολικού πλούτου από την ολιγαρχία στους πολλούς. Και στις ΗΠΑ βέβαια, στη Βρετανία, στην Ιαπωνία, σε κάθε αστική δημοκρατία, η ολιγαρχία έχει τρόπο να περιορίζει τη δυνατότητα των κυβερνώντων να τους απαλλοτριώσουν την περιουσία τους (π.χ. στις ΗΠΑ για να γίνει ο,τιδήποτε απαιτούνται τεράστιες πλειοψηφίες στη Γερουσία και το Κογκρέσο μεταξύ εκλεγμένων με πλειοψηφικό σύστημα). Όμως μόνο στην ευρωζώνη έχει καταφέρει η ολιγαρχία να καταργήσει πλήρως αυτή τη δυνατότητα των κυβερνώντων.
Πώς πέτυχαν αυτόν τον θρίαμβο οι ευρωπαίοι ολιγάρχες; Ιδρύοντας μια κοινή κεντρική τράπεζα χωρίς ένα αντίστοιχο κοινό κράτος και αφήνοντας τα κράτη χωρίς κεντρική τράπεζα. Υπό αυτό το παράλογο καθεστώς, που παράγει τεράστιες κρίσεις, ούτε ο Γερμανός Καγκελάριος δεν μπορεί να κάνει εκείνο που κάποτε είχε κάνει στις ΗΠΑ ο Φράνκλιν Ρούσβελτ ή ο Λίντον Τζόνσον: μια γενναία μεταφορά πλούτου από τους πλούσιους στους φτωχούς.Να λοιπόν γιατί η ευρωπαϊκή ολιγαρχία λατρεύει το ευρώ παρά το γεγονός ότι η παρανοϊκή αρχιτεκτονική του στερεί και από τους ίδιους κεφάλαια και κέρδη τα οποία γεύονται οι Αμερικανοί ή οι Κορεάτες ομόλογοί τους: Βλέπουν αυτές τις απώλειες ως ένα λογικό αντίτιμο για την πλήρη και ουσιαστική κατάργηση, επί ευρωπαϊκού εδάφους, εκείνου που φοβούνται περισσότερο απ΄ ο,τιδήποτε: την Δημοκρατία, ακόμα και την κουτσουρεμένη, αστική ψευτο-δημοκρατία.
Οι προοπτικές απεγκλωβισμού το 2015 και σήμερα
Το 2015 ο ελληνικός λαός μας έδωσε την εντολή, δύο φορές σε έξι μήνες, να τον βγάλουμε από τη Χρεοδουλοπαροικία που έφερε η αναπόφευκτη κρίση του ευρώ. Όπως είναι γνωστό, τότε, θεωρούσα ότι υπήρχε τρόποςνα γίνει αυτό χωρίς έξοδο από το ευρώ. Το ίδιο νομίζω και τώρα: Αν ήμασταν διατεθειμένοι να καταβάλουμε το κόστος του Grexit, εκτιμώντας (ορθά) ότι είναι μικρότερο από το κόστος της μονιμοποιημένης Χρεοδουλοπαροικίας, δεν θα χρειαζόταν το Grexit – καθώς η κα Μέρκελ, μαζί με τον κ. Ντράγκι, θα προτιμούσαν το πολιτικό κόστος του να επιτρέψουν να κουρευτεί το δημόσιο και ιδιωτικό μας χρέος από το να σηκώσουν το κόστος του Grexit.
Σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Επτά χρόνια αργότερα, το ισοζύγιο κόστους-οφέλους για την τρόικα έχει αλλάξει. Πάρτε για παράδειγμα το ιδιωτικό χρέος, τα κόκκινα δάνεια. Το 2015 δεν έπαιζαν κεντρικό ρόλο στους υπολογισμούς τους. Από τότε, όμως, έχουν δημιουργήσει ψευτο-αγορές κόκκινων δανείων (π.χ. στην Ελλάδα τον λεγόμενο «Ηρακλή») που έχουν γίνει αναπόσπαστο μέρος του χρηματοοικονομικού συστήματος. Κόκκινα δάνεια εκχωρούνται σε ταμεία, τα οποία τα πακετάρουν σε παράγωγα που πουλούν στις τράπεζες, οι οποίες τα καταθέτουν στην ΕΚΤ ως εχέγγυα για να δανείζονται ποσά με τα οποία κερδοσκοπούν. Η απαίτηση μιας ελληνικής κυβέρνησης για πραγματική προστασία της πρώτης κατοικίας θα αποτελούσε σήμερα απειλή για το νέο αυτό σύστημα. Παράλληλα, ενώ το 2015 η ΕΚΤ αντιμετώπιζε τεράστιους περιορισμούς (π.χ. από την Bundesbankκαι το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο) στο να τυπώνει χρήμα, και μόλις είχε αρχίσει δειλά-δειλά να στηρίζει το χρέος της Ιταλίας, η πανδημία της έλυσε τα χέρια.
Με αυτές τις εξελίξεις κατά νου, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι, σήμερα, αντίθετα με το 2015, δεν αρκεί η ετοιμότητα να βγούμε από το ευρώ. Σήμερα, ο απεγκλωβισμός από την Χρεοδουλοπαροικία (π.χ. η δημόσια διαχείριση των κόκκινων δανείων, ο ΦΠΑ στο 15%, η κατάργηση του Χρηματιστήριου Ενέργειας το οποίο πριμοδοτεί την ακρίβεια υπέρ των ολιγαρχών) απαιτεί την απόφαση δημιουργίας εθνικού νομίσματος. Ψηφιακού αρχικά και τυπωμένου αργότερα.
Επίλογος: Η ευθύνη κι ο προσανατολισμός του ΜέΡΑ25
Είναι εντυπωσιακή η σιωπή που ακολούθησε την προκλητική, και προσβλητική για τη νοημοσύνη μας, ανοικτή επιστολή του Eurogroupπρος τους ευρωπαίους πολίτες για τα είκοσι χρόνια του ευρώ. Ενώ το καρτέλ των ευρωπαίων ολιγαρχών απευθύνεται στους συμπολίτες μας ως εάν να ήταν ιθαγενείς που υποχρεούνται να γιορτάζουν την επέτειο της υποδούλωσής τους, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσε να αρθρώσει ούτε μια λέξη κριτικής.
Αντί για αυτό, διαβάσαμε πρόσφατα τις προτάσεις του Αλέξη Τσίπρα, προϊόν του νέου του thinktank, οι οποίες αφορούν την «οικονομική διακυβέρνηση» του συνόλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σαν το ευρώ να μην αποτελεί ιδιαίτερη, και συγκεκριμένη, πηγή ολιγαρχικής εξουσίας επί των πολλών. Παράλληλα, το ΚΚΕ φαίνεται να παραμένει πιστό στην τακτική του να μην στηρίζει μεν την έξοδο από το ευρώ αλλά ναμιλά για έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σε αυτό το πλαίσιο, το ΜέΡΑ25 αναλαμβάνουμε την ευθύνη για μια σοβαρή, λογικά συνεπή αξιολόγηση των επιλογών μας ως ριζοσπάστες ευρωπαϊστές και συνάμα πατριώτες. Ο προσυνεδριακός μας διάλογος εστιάζει σε δύο ερωτήματα: Συμφωνούμε με την πιο πάνω εκτίμηση ότι απόδραση από την Χρεοδουλοπαροικία σημαίνει, σήμερα, εθνικό νόμισμα; Είμαστε έτοιμοι να σηκώσουμε το πολιτικό βάρος ενός τέτοιου συμπεράσματος και των πολιτικών που εκπορεύονται από αυτό;
*Το πιο πάνω άρθρο αποτελεί απόδοση της μηνιαίας στήλης του Γιάνη Βαρουφάκη στο Project Syndicate με αρχικό τίτλο A Progressive Monetary Policy Is the Only Alternative


Μια ματιά στον ιστότοπο της βουλής αρκεί για να μας πείσει ότι ναι, το κοινοβούλιο λειτουργεί και παράγει έργο. Οι επιτροπές συνεδριάζουν, νομοσχέδια γίνονται νόμοι του κράτους, οι υπουργοί απαντούν σε ερωτήσεις των βουλευτών, εξεταστικές επιτροπές συστήνονται. Με δυο λόγια, η Βουλή και νομοθετεί και ασκεί έλεγχο στην κυβέρνηση.
Είναι όμως, όντως, έτσι τα πράγματα;
Αρκεί να εγκρίνουν τα νομοσχέδια οι βουλευτές για να θεωρούνται ότι νομοθετούν;
Είναι αρκετό να απαντούν οι υπουργοί τις ερωτήσεις των βουλευτών για να ασκείται κοινοβουλευτικός έλεγχος;
Ας αρχίσουμε από το νομοθετικό έργο. Η νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης εκδηλώνεται κατά κύριο λόγο δια της κατάθεσης σχεδίων νόμων και τροπολογιών, που καλείται να εγκρίνει ή να απορρίψει το νομοθετικό σώμα, δηλαδή η βουλή, και δευτερευόντως, δια της κύρωσης διεθνών συμβάσεων. Τόσο το Σύνταγμα όσο και ο κανονισμός της Βουλής προβλέπουν συγκεκριμένα στάδια, ορισμένης κατ’ ελάχιστον διάρκειας, για την επεξεργασία, συζήτηση και ψήφιση ενός νομοσχεδίου. Μια διαδικασία δηλαδή, που μπορεί να διαρκέσει περί τον ένα μήνα κατ’ ελάχιστον και συνιστούσε απαράβατο κανόνα.
Μετά την ψήφιση του πρώτου μνημονίου όμως, κάτι άλλαξε άρδην. Κάθε νομοσχέδιο που θα μπορούσε να προκαλέσει κοινωνικές αντιδράσεις ή εσωκομματικούς τριγμούς ψηφιζόταν με τη διαδικασία του επείγοντος ή κατεπείγοντος, εντός λίγων (3-5) ημερών από την κατάθεσή του, διαδικασία που προβλέπεται μεν από τον κανονισμό της βουλής, αλλά σίγουρα όχι για να ελαχιστοποιηθούν οι αντιδράσεις σε βάρος της εκάστοτε κυβέρνησης και μόνο για σημαντικό λόγο, για την αντιμετώπιση επείγουσας και έκτακτης ανάγκης.
Προϊόντος του χρόνου, με αποκορύφωμα τη δεύτερη περίοδο της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, η επιτάχυνση της νομοθετικής διαδικασίας μονιμοποιήθηκε, έγινε κανονικότητα. Νομοσχέδια ψηφίζονται εντός 10-15 ημερών από την κατάθεσή τους στη Βουλή, κατά παράβαση κάθε κανονιστικής πρόβλεψης και προς επιβεβαίωση όσων υποστηρίζουν ότι η χώρα δεν βγήκε ποτέ από τα μνημόνια. Και βεβαίως, η κυβέρνηση Μητσοτάκη «έχει τερματίσει» αυτή την πρακτική, αφού όχι μόνο ακολουθεί το «κακό προηγούμενο» του ΣΥΡΙΖΑ όσον αφορά τη fast track νομοθέτηση, αλλά και γιατί μέσα σε 2,5 περίπου χρόνια κυβερνητικής θητείας έχει εισαγάγει προς συζήτηση και ψήφιση περισσότερα από 250 νομοσχέδια και διεθνείς συμβάσεις, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ στα 4 περίπου χρόνια θητείας – από τον Οκτώβρη του 2015 έως τον Ιούνιο του 2019 εισήγαγε 284.
«Και τι έγινε;», θα πει κάποιος. Αυτό που έγινε είναι ότι οι βουλευτές ψηφίζουν νομοσχέδια που είναι αδύνατον να προλάβουν να διαβάσουν (άρα πώς ψηφίζουν;), πολλώ δε μάλλον να επεξεργαστούν, να διαβουλευτούν με κοινωνικούς φορείς και εταίρους τους οποίους αφορούν τα νομοσχέδια αυτά, να προτείνουν βελτιώσεις. Ως κερασάκι στην τούρτα, έρχονται να προστεθούν και οι αμέτρητες τροπολογίες που κατατίθενται ακόμα και την ώρα της συζήτησης στην ολομέλεια και θα μπορούσαν να αποτελούν αυτοτελή νομοσχέδια, με διατάξεις άσχετες ως προς το προς συζήτηση νομοσχέδιο, οι οποίες τίθενται σε ψηφοφορία, κατά κατάφωρη παραβίαση του Συντάγματος και του Κανονισμού της Βουλής. Διαδικασίες fast track. Δόγμα του σοκ και σε επίπεδο νομοθέτησης.
Σε αντιδιαστολή, αγνοείται παντελώς η νομοθετική πρωτοβουλία των κομμάτων της αντιπολίτευσης που εκδηλώνεται μέσω της κατάθεσης προτάσεων νόμων, οι οποίες θα έπρεπε να συζητιούνται κατά προτεραιότητα μια φορά τον μήνα. Αλλά φευ! Από τις 20 προτάσεις νόμων που έχουν κατατεθεί στην τρέχουσα κοινοβουλευτική περίοδο ούτε μία δεν έχει εισαχθεί προς συζήτηση στην αρμόδια επιτροπή.
Τέλος, ως προς τον έλεγχο που δύνανται να ασκούν οι βουλευτές στην κυβέρνηση, αυτός ασκείται τύποις. Όχι γιατί οι βουλευτές δεν θέλουν ή δεν μπορούν, αλλά γιατί συχνά οι απαντήσεις της κυβέρνησης είναι προσχηματικές και επιφανειακές και όχι επί της ουσίας. Άλλωστε, ο ίδιος ο πρωθυπουργός της χώρας θεωρεί εαυτόν υπεράνω του ελέγχου ή ότι μπορεί να επιλέγει αποκλειστικά ο ίδιος ποιος θα τον ελέγχει και επί ποίου θέματος τον συμφέρει να ελεγχθεί. Όσο για τις εξεταστικές επιτροπές; Έχουν πλήρως ευτελιστεί και αναλώνονται στην εξαπόλυση κατηγοριών ένθεν κακείθεν, περί του ποιος έβλαψε περισσότερο το δημόσιο συμφέρον, χωρίς καμία διάθεση αυτοκριτικής, επί της ουσίας συζήτησης και ανάληψης πολιτικών ευθυνών. Όλα για την επικοινωνία.
Διαδικασίες που παραβιάζονται, νομοθετική «ποσότητα» σε βάρος της νομοθετικής ποιότητας, της χρηστής νομοθέτησης, λειψός κοινοβουλευτικός έλεγχος.
Ας το παραδεχτούμε λοιπόν. Η κοινοβουλευτική μας δημοκρατία δεν είναι ούτε κοινοβουλευτική – αφού οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται στο κοινοβούλιο – ούτε δημοκρατία – αφού οι εξουσίες δεν πηγάζουν από τον λαό, ούτε υπάρχουν υπέρ αυτού, ούτε ασκούνται, όπως ορίζει το Σύνταγμα.
Όλα τα παραπάνω δεν καταγράφονται από τυπολατρεία, αλλά γιατί οι συγκεκριμένοι τύποι και κανόνες έχουν θεσπιστεί για να διασφαλίζουν τη λειτουργία του κοινοβουλίου. Το ότι βέβαια το κοινοβούλιο – και κατ’ επέκταση το πολίτευμα – δεν λειτουργεί το έχουμε νιώσει «στο πετσί μας» τα τελευταία 12 σχεδόν χρόνια με τον πιο πικρό τρόπο, που ζούμε ουσιαστικά την παράκαμψη του κοινοβουλευτισμού στη χώρα μας. Και η γενικευμένη παραβίαση των κανόνων, η θεσμική κρίση, είναι σύμπτωμα που συνδέεται στενά με την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού, ο οποίος αποστρέφεται τις δημοκρατικές διαδικασίες και επιβάλλει αποφάσεις στους πολλούς που λαμβάνονται από κέντρα που δεν ελέγχονται και δεν εκπροσωπούν παρά μόνο τα συμφέροντά τους. Και οδηγούμαστε μοιραία στο συμπέρασμα ότι θεσμική και οικονομική κρίση βαδίζουν χέρι-χέρι, και πρώτο θύμα της κρίσης είναι η δημοκρατία. Δεν είναι δυνατόν να ξεπεράσουμε την οικονομική κρίση χωρίς να αντιμετωπίσουμε τη θεσμική κρίση και το έλλειμμα δημοκρατίας, χωρίς να αντισταθούμε στην επιβολή ενός μεταδημοκρατικού καθεστώτος.
Και μόνος δρόμος για να βγούμε από αυτόν τον φαύλο κύκλο είναι η ρήξη με τους λίγους και ισχυρούς – σε εθνικό, ευρωπαϊκό, διεθνές επίπεδο – για την υπεράσπιση των πολλών.
