Η συνέντευξη του Γραμματέα του ΜέΡΑ25, Γιάνη Βαρουφάκη, στην εκπομπή “Βράδυ Κυριακής” στο ΕΡΤ News και τον Δημήτρη Κοτταρίδη.
Ο Γιάνης Βαρουφάκης μιλά εφ’ όλης της ύλης για το πρόγραμμα του ΜέΡΑ25 και την επανάκτηση, τις συνεργασίες, την αντιμετώπιση της αισχροκέρδειας και των καρτέλ, τις συμμαχίες της Ελλάδας και εξηγεί γιατί δεν συμμετείχε στο «ντοκιμαντέρ της Τρόικας» για το 2015.
H διάλυση των μικρομεσαίων με υπερφορολόγηση είναι κοινή επιλογή Τσίπρα, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ από την επομένη του δημοψηφίσματος κατ’ εντολή των Βρυξελλών. Σοβαρολογεί ο Στουρνάρας ότι τα μνημόνια «εξασφάλισαν» τα ασφαλιστικά ταμεία, που οι τροϊκανοί τα δολοφόνησαν κουρεύοντας το 93% της περιουσίας τους με το PSI χωρίς να πειράξουν ούτε ευρώ για τους τραπεζίτες;
Το ΜέΡΑ25 Αχαΐας εκφράζει την πλήρη αλληλεγγύη και στήριξή του στους κατοίκους της Άνω Ζήριας, στους περιβαλλοντικούς συλλόγους, στις συλλογικότητες πολιτών και σε όλους όσοι αγωνίζονται για την προστασία του βουνού, του δάσους και του φυσικού πλούτου της περιοχής απέναντι στην εγκατάσταση βιομηχανικής ανεμογεννήτριας. Οι εξελίξεις των τελευταίων μηνών αναδεικνύουν ένα σοβαρό ζήτημα δημοκρατίας, διαφάνειας και σεβασμού της νομιμότητας. Οι καταγγελίες των κατοίκων, οι προσφυγές φορέων και οι αποφάσεις αρμόδιων υπηρεσιών δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο προωθείται το συγκεκριμένο έργο και για το κατά πόσο έχουν τηρηθεί όλες οι προβλεπόμενες διαδικασίες.
Η Άνω Ζήρια δεν είναι ένας «κενός χώρος» πάνω στον χάρτη για να παραχωρείται σε ιδιωτικά συμφέροντα. Είναι ένα μοναδικό οικοσύστημα, ένας τόπος ιστορικής, περιβαλλοντικής και κοινωνικής σημασίας, αναπόσπαστο κομμάτι της φυσικής κληρονομιάς της Αχαΐας και της Πελοποννήσου. Το ΜέΡΑ25 υποστηρίζει διαχρονικά την ανάγκη μετάβασης σε ένα νέο ενεργειακό μοντέλο που θα βασίζεται στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Όμως η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για την καταστροφή φυσικών οικοσυστημάτων, την παράκαμψη της κοινωνικής συναίνεσης και την εξυπηρέτηση επιχειρηματικών συμφερόντων σε βάρος των τοπικών κοινωνιών.
Δεν αποδεχόμαστε ένα μοντέλο ανάπτυξης όπου οι πολίτες ενημερώνονται εκ των υστέρων, όπου οι τοπικές κοινωνίες αντιμετωπίζονται ως εμπόδιο και όπου η φύση θεωρείται αναλώσιμο αγαθό στο όνομα μιας δήθεν «πράσινης» ανάπτυξης.
Η ενεργειακή μετάβαση που έχει ανάγκη η χώρα οφείλει να στηρίζεται:
Στην ενεργειακή δημοκρατία.
Στις ενεργειακές κοινότητες πολιτών και αυτοδιοίκησης.
Στον σεβασμό της περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
Στην προστασία των δασικών οικοσυστημάτων.
Στην ουσιαστική συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών στη λήψη αποφάσεων.
Καλούμε την Αποκεντρωμένη Διοίκηση, τα αρμόδια υπουργεία και κάθε εμπλεκόμενο φορέα να προχωρήσουν σε πλήρη διερεύνηση των καταγγελιών που έχουν διατυπωθεί από κατοίκους και συλλόγους, να διασφαλίσουν την αυστηρή εφαρμογή της νομιμότητας και να αναστείλουν κάθε εργασία μέχρι την οριστική αποσαφήνιση όλων των εκκρεμοτήτων.
Το ΜέΡΑ25 Αχαΐας θα βρίσκεται στο πλευρό των πολιτών της Άνω Ζήριας και κάθε τοπικής κοινωνίας που υπερασπίζεται το δικαίωμά της να αποφασίζει για το μέλλον του τόπου της. Η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, η δημοκρατία και η κοινωνική δικαιοσύνη δεν είναι διαπραγματεύσιμες αξίες.
Η Ζήρια ανήκει στους ανθρώπους της, στη φύση και στις επόμενες γενιές – όχι στα επιχειρηματικά συμφέροντα, που μόνο σκοπό έχουν την εκμετάλλευση της δημόσιας περιουσίας και την εξαγωγή των κερδών τους στο εξωτερικό.
Η πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή για την ανανέωση της θητείας του διοικητή της Τράπεζα της Ελλάδος άνοιξε ξανά ένα βαθύ και επικίνδυνο ζήτημα: ποιος τελικά ελέγχει το χρηματοπιστωτικό σύστημα και απέναντι σε ποιον λογοδοτεί;
Η άρνηση δημοσιοποίησης των business plans των servicers με επίκληση «εποπτικών κανόνων» και «τραπεζικού απορρήτου» δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια. Είναι μια βαθιά πολιτική πράξη. Διότι τα σχέδια αυτά συνδέονται άμεσα με κρατικές εγγυήσεις, με πλειστηριασμούς, με τη διαχείριση επιχειρήσεων και περιουσιών, αλλά και με το μέλλον χιλιάδων πολιτών και μικρομεσαίων επιχειρηματιών.
Το ερώτημα είναι απλό: Πώς γίνεται να ζητείται εμπιστοσύνη προς την εποπτεία (Τράπεζα Ελλάδος), όταν η ίδια εποπτεία κατηγορείται ότι επί χρόνια δεν απέτρεψε πρακτικές που επιβάρυναν δραματικά την κοινωνία και την πραγματική οικονομία;
Οι ελληνικές τράπεζες κατηγορήθηκαν επανειλημμένα για:
υπερβολικά υψηλά επιτόκια,
σχεδόν μηδενικές αποδόσεις καταθέσεων,
αδιαφανείς και πολλαπλές χρεώσεις,
περιορισμένο ανταγωνισμό,
και επιθετικές πρακτικές απέναντι σε δανειολήπτες.
Την ίδια στιγμή, το ελληνικό δημόσιο κλήθηκε πολλές φορές να στηρίξει το τραπεζικό σύστημα με τεράστιο οικονομικό κόστος για τους φορολογούμενους.
Σήμερα, ένα τεράστιο μέρος της οικονομίας βρίσκεται υπό τη διαχείριση servicers και funds. Δεν μιλάμε πλέον μόνο για «κόκκινα δάνεια». Μιλάμε για τον έλεγχο επιχειρήσεων, ακινήτων, παραγωγικών μονάδων και κοινωνικού πλούτου.
Σε ένα δημοκρατικό κράτος, η διαφάνεια δεν μπορεί να σταματά εκεί που ξεκινούν τα συμφέροντα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Κανείς δεν ζητά παραβίαση προσωπικών δεδομένων ή αποκάλυψη εμπορικών μυστικών που θα έθεταν σε κίνδυνο τη σταθερότητα του συστήματος. Όμως άλλο η προστασία της σταθερότητας και άλλο η θεσμική αδιαφάνεια.
Η επίκληση του «απορρήτου» δεν μπορεί να λειτουργεί επιλεκτικά:
αυστηρή μυστικότητα όταν ζητούνται στοιχεία από τη Βουλή,
αλλά κοινωνικοποίηση του κόστους όταν οι κίνδυνοι μεταφέρονται στους πολίτες.
Η οικονομία χρειάζεται τράπεζες. Οι τράπεζες χρειάζονται εποπτεία. Αλλά η εποπτεία χρειάζεται λογοδοσία.
Διότι χωρίς λογοδοσία, η εμπιστοσύνη καταρρέει. Και όταν καταρρέει η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, καταρρέει τελικά και η ίδια η δημοκρατική ισορροπία.
Ξαφνικά θυμήθηκαν τους ελεύθερους επαγγελματίες… Μετά από χρόνια οικονομικής ασφυξίας.
Η κυβέρνηση λέει: “Τέλος η προκαταβολή φόρου… αλλά σταδιακά.” Ξέρετε ποια είναι η ειρωνεία;
Για πάνω από 10 χρόνια, οι μικρομεσαίοι και οι ελεύθεροι επαγγελματίες πλήρωναν φόρο… για εισόδημα που δεν είχαν ακόμα βγάλει!
Μνημόνια, Υπερφορολόγηση, Λουκέτα, Χρέη.
Και ποιοι κυβέρνησαν όλο αυτό το διάστημα; ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ.
Όλοι διατήρησαν ένα σύστημα που γονάτισε την αγορά.»
Χιλιάδες επιχειρήσεις έκλεισαν. Νέοι άνθρωποι έφυγαν στο εξωτερικό. Και τώρα παρουσιάζουν σαν “παροχή” την κατάργηση ενός άδικου μέτρου που οι ίδιοι κράτησαν τόσα χρόνια.
Η πραγματική ερώτηση είναι άλλη:
Πόσες επιχειρήσεις χάθηκαν μέχρι να αποφασίσουν ότι η προκαταβολή φόρου ήταν λάθος;
Γράψε στα σχόλια:
Ήταν στήριξη της οικονομίας… ή καθυστερημένη παραδοχή αποτυχίας;
Πρώτα διέλυσαν τη μικρομεσαία τάξη. Τώρα καταργούν “σταδιακά” αυτά που οι ίδιοι επέβαλαν.
Ο Γιάνης Βαρουφάκης Γραμματέας του ΜέΡΑ 25 στο στούντιο του militaire channel, μιλά, αποκαλύπτει όσα απίθανα συμβαίνουν στην ελληνική οικονομία, αναφέρει ονόματα εκείνων που πλουτίζουν ανεξέλεγκτα, αποδομεί τα παραμύθια της κυβέρνησης, εξηγεί γιατί η ήττα του 2015 κρατά ακόμη τον κόσμο σε στάση αμυντική σε κάθε προσπάθεια ρήξης και χαρακτηρίζει αντεθνική την πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης σ’ ότι έχει να κάνει με «συνεργασίες-συμμαχίες» όπως αυτή με το Ισραήλ.
Η Εργατική Πρωτομαγιά δεν είναι απλώς μια αργία. Είναι μια υπενθύμιση. Υπενθύμιση των αγώνων που δόθηκαν για δικαιώματα που σήμερα θεωρούμε αυτονόητα. Υπενθύμιση ότι τίποτα δεν χαρίστηκε — όλα κατακτήθηκαν.
Σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, με την εργασία να μετασχηματίζεται μέσα από την τεχνολογία και τις νέες οικονομικές συνθήκες, το μήνυμα της Πρωτομαγιάς παραμένει πιο επίκαιρο από ποτέ: Αξιοπρέπεια στην εργασία, δίκαιες αμοιβές, ίσες ευκαιρίες για όλους.
Σήμερα τιμούμε το παρελθόν, αλλά κυρίως κοιτάμε το μέλλον. Ένα μέλλον που οφείλουμε να χτίσουμε με επίκεντρο τον άνθρωπο.
Χρόνια πολλά σε όλους τους εργαζόμενους. Ο αγώνας συνεχίζεται. ✊
Η πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ για τη φορολόγηση της εργασίας στην Ελλάδα δεν αφήνει κανένα περιθώριο για ωραιοποιήσεις. Πίσω από τις κυβερνητικές δηλώσεις περί «σταθερότητας» και «ανάπτυξης», αποκαλύπτεται μια σκληρή πραγματικότητα: στην Ελλάδα, η εργασία συνεχίζει να τιμωρείται.
Ας δούμε τα δεδομένα.
Η λεγόμενη «φορολογική σφήνα» – δηλαδή το σύνολο των φόρων και εισφορών που επιβαρύνουν την εργασία – φτάνει το 39,3% για έναν μέσο εργαζόμενο. Την ίδια στιγμή, ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 35,1%. Με απλά λόγια: ο Έλληνας εργαζόμενος πληρώνει σημαντικά περισσότερο από τον μέσο πολίτη των ανεπτυγμένων χωρών για να δουλεύει.
Και αν νομίζει κανείς ότι η κατάσταση βελτιώνεται με τα χρόνια, η πραγματικότητα τον διαψεύδει. Από το 2000 μέχρι το 2025, η φορολογική επιβάρυνση στην εργασία στην Ελλάδα αυξήθηκε, ενώ στον υπόλοιπο ΟΟΣΑ μειώθηκε. Δηλαδή, την ώρα που οι άλλες χώρες ελαφρύνουν τους εργαζόμενους, η Ελλάδα κάνει το αντίθετο.
Ακόμα πιο αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για τις οικογένειες. Ένα παντρεμένο ζευγάρι με δύο παιδιά αντιμετωπίζει τον 4ο υψηλότερο φορολογικό σφήνα στον ΟΟΣΑ (37,5%), όταν ο μέσος όρος είναι μόλις 26,2%. Και εδώ προκύπτει το εξής εξοργιστικό: η μείωση της επιβάρυνσης λόγω παιδιών στην Ελλάδα είναι μόλις 1,9 ποσοστιαίες μονάδες, όταν στον ΟΟΣΑ φτάνει τις 8,9.
Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Ότι το ελληνικό κράτος όχι μόνο δεν στηρίζει την οικογένεια, αλλά την αφήνει να σηκώνει ένα δυσανάλογο βάρος.
Και ας μιλήσουμε καθαρά: αυτή δεν είναι «ουδέτερη» οικονομική πολιτική. Είναι επιλογή.
Είναι επιλογή να βασίζεται το κράτος στη βαριά φορολόγηση της εργασίας αντί να χτυπά τη φοροδιαφυγή και τις μεγάλες ανισότητες. Είναι επιλογή να επιβαρύνονται οι μισθωτοί και οι μικρομεσαίοι, ενώ το παραγωγικό μοντέλο της χώρας παραμένει στρεβλό και εξαρτημένο.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ζοφερή αν δούμε τι μένει τελικά στην τσέπη του εργαζόμενου. Ένας μέσος εργαζόμενος κρατά μόλις το 73,9% του μισθού του μετά από φόρους και εισφορές – λιγότερο από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Για οικογένειες με παιδιά, η διαφορά είναι ακόμη πιο δραματική.
Πώς μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη όταν η εργασία αποθαρρύνεται; Πώς μπορεί να υπάρξει δημογραφική πολιτική όταν οι οικογένειες τιμωρούνται; Πώς μπορεί να υπάρξει κοινωνική δικαιοσύνη όταν το βάρος πέφτει πάντα στους ίδιους;
Η απάντηση είναι απλή: δεν μπορεί.
Η κυβέρνηση οφείλει να σταματήσει την επικοινωνιακή διαχείριση και να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα. Η Ελλάδα δεν πάσχει από έλλειψη φόρων – πάσχει από λάθος κατανομή τους.
Μια πραγματικά δίκαιη οικονομική πολιτική θα ξεκινούσε από την αποφόρτιση της εργασίας, την ουσιαστική στήριξη της οικογένειας και τη μετατόπιση του βάρους εκεί που πραγματικά υπάρχει πλούτος.
Μέχρι τότε, κάθε αφήγημα περί «ανάπτυξης για όλους» θα παραμένει αυτό που ήδη είναι: ένα αφήγημα χωρίς αντίκρισμα.