
Η πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ για τη φορολόγηση της εργασίας στην Ελλάδα δεν αφήνει κανένα περιθώριο για ωραιοποιήσεις. Πίσω από τις κυβερνητικές δηλώσεις περί «σταθερότητας» και «ανάπτυξης», αποκαλύπτεται μια σκληρή πραγματικότητα: στην Ελλάδα, η εργασία συνεχίζει να τιμωρείται.
Ας δούμε τα δεδομένα.
Η λεγόμενη «φορολογική σφήνα» – δηλαδή το σύνολο των φόρων και εισφορών που επιβαρύνουν την εργασία – φτάνει το 39,3% για έναν μέσο εργαζόμενο. Την ίδια στιγμή, ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 35,1%. Με απλά λόγια: ο Έλληνας εργαζόμενος πληρώνει σημαντικά περισσότερο από τον μέσο πολίτη των ανεπτυγμένων χωρών για να δουλεύει.
Και αν νομίζει κανείς ότι η κατάσταση βελτιώνεται με τα χρόνια, η πραγματικότητα τον διαψεύδει. Από το 2000 μέχρι το 2025, η φορολογική επιβάρυνση στην εργασία στην Ελλάδα αυξήθηκε, ενώ στον υπόλοιπο ΟΟΣΑ μειώθηκε. Δηλαδή, την ώρα που οι άλλες χώρες ελαφρύνουν τους εργαζόμενους, η Ελλάδα κάνει το αντίθετο.
Ακόμα πιο αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για τις οικογένειες. Ένα παντρεμένο ζευγάρι με δύο παιδιά αντιμετωπίζει τον 4ο υψηλότερο φορολογικό σφήνα στον ΟΟΣΑ (37,5%), όταν ο μέσος όρος είναι μόλις 26,2%. Και εδώ προκύπτει το εξής εξοργιστικό: η μείωση της επιβάρυνσης λόγω παιδιών στην Ελλάδα είναι μόλις 1,9 ποσοστιαίες μονάδες, όταν στον ΟΟΣΑ φτάνει τις 8,9.
Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Ότι το ελληνικό κράτος όχι μόνο δεν στηρίζει την οικογένεια, αλλά την αφήνει να σηκώνει ένα δυσανάλογο βάρος.
Και ας μιλήσουμε καθαρά: αυτή δεν είναι «ουδέτερη» οικονομική πολιτική. Είναι επιλογή.
Είναι επιλογή να βασίζεται το κράτος στη βαριά φορολόγηση της εργασίας αντί να χτυπά τη φοροδιαφυγή και τις μεγάλες ανισότητες. Είναι επιλογή να επιβαρύνονται οι μισθωτοί και οι μικρομεσαίοι, ενώ το παραγωγικό μοντέλο της χώρας παραμένει στρεβλό και εξαρτημένο.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ζοφερή αν δούμε τι μένει τελικά στην τσέπη του εργαζόμενου. Ένας μέσος εργαζόμενος κρατά μόλις το 73,9% του μισθού του μετά από φόρους και εισφορές – λιγότερο από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Για οικογένειες με παιδιά, η διαφορά είναι ακόμη πιο δραματική.
Πώς μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη όταν η εργασία αποθαρρύνεται;
Πώς μπορεί να υπάρξει δημογραφική πολιτική όταν οι οικογένειες τιμωρούνται;
Πώς μπορεί να υπάρξει κοινωνική δικαιοσύνη όταν το βάρος πέφτει πάντα στους ίδιους;
Η απάντηση είναι απλή: δεν μπορεί.
Η κυβέρνηση οφείλει να σταματήσει την επικοινωνιακή διαχείριση και να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα. Η Ελλάδα δεν πάσχει από έλλειψη φόρων – πάσχει από λάθος κατανομή τους.
Μια πραγματικά δίκαιη οικονομική πολιτική θα ξεκινούσε από την αποφόρτιση της εργασίας, την ουσιαστική στήριξη της οικογένειας και τη μετατόπιση του βάρους εκεί που πραγματικά υπάρχει πλούτος.
Μέχρι τότε, κάθε αφήγημα περί «ανάπτυξης για όλους» θα παραμένει αυτό που ήδη είναι: ένα αφήγημα χωρίς αντίκρισμα.







