Όταν η εποπτεία γίνεται ασπίδα αδιαφάνειας

Η πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή για την ανανέωση της θητείας του διοικητή της Τράπεζα της Ελλάδος άνοιξε ξανά ένα βαθύ και επικίνδυνο ζήτημα: ποιος τελικά ελέγχει το χρηματοπιστωτικό σύστημα και απέναντι σε ποιον λογοδοτεί;

Η άρνηση δημοσιοποίησης των business plans των servicers με επίκληση «εποπτικών κανόνων» και «τραπεζικού απορρήτου» δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια. Είναι μια βαθιά πολιτική πράξη. Διότι τα σχέδια αυτά συνδέονται άμεσα με κρατικές εγγυήσεις, με πλειστηριασμούς, με τη διαχείριση επιχειρήσεων και περιουσιών, αλλά και με το μέλλον χιλιάδων πολιτών και μικρομεσαίων επιχειρηματιών.

Το ερώτημα είναι απλό:
Πώς γίνεται να ζητείται εμπιστοσύνη προς την εποπτεία (Τράπεζα Ελλάδος), όταν η ίδια εποπτεία κατηγορείται ότι επί χρόνια δεν απέτρεψε πρακτικές που επιβάρυναν δραματικά την κοινωνία και την πραγματική οικονομία;

Οι ελληνικές τράπεζες κατηγορήθηκαν επανειλημμένα για:

  • υπερβολικά υψηλά επιτόκια,
  • σχεδόν μηδενικές αποδόσεις καταθέσεων,
  • αδιαφανείς και πολλαπλές χρεώσεις,
  • περιορισμένο ανταγωνισμό,
  • και επιθετικές πρακτικές απέναντι σε δανειολήπτες.

Την ίδια στιγμή, το ελληνικό δημόσιο κλήθηκε πολλές φορές να στηρίξει το τραπεζικό σύστημα με τεράστιο οικονομικό κόστος για τους φορολογούμενους.

Σήμερα, ένα τεράστιο μέρος της οικονομίας βρίσκεται υπό τη διαχείριση servicers και funds. Δεν μιλάμε πλέον μόνο για «κόκκινα δάνεια». Μιλάμε για τον έλεγχο επιχειρήσεων, ακινήτων, παραγωγικών μονάδων και κοινωνικού πλούτου.

Σε ένα δημοκρατικό κράτος, η διαφάνεια δεν μπορεί να σταματά εκεί που ξεκινούν τα συμφέροντα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Κανείς δεν ζητά παραβίαση προσωπικών δεδομένων ή αποκάλυψη εμπορικών μυστικών που θα έθεταν σε κίνδυνο τη σταθερότητα του συστήματος. Όμως άλλο η προστασία της σταθερότητας και άλλο η θεσμική αδιαφάνεια.

Η επίκληση του «απορρήτου» δεν μπορεί να λειτουργεί επιλεκτικά:

  • αυστηρή μυστικότητα όταν ζητούνται στοιχεία από τη Βουλή,
  • αλλά κοινωνικοποίηση του κόστους όταν οι κίνδυνοι μεταφέρονται στους πολίτες.

Η οικονομία χρειάζεται τράπεζες.
Οι τράπεζες χρειάζονται εποπτεία.
Αλλά η εποπτεία χρειάζεται λογοδοσία.

Διότι χωρίς λογοδοσία, η εμπιστοσύνη καταρρέει.
Και όταν καταρρέει η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, καταρρέει τελικά και η ίδια η δημοκρατική ισορροπία.

Funds über alles στην Ελλάδα των Μητσοτάκηδων

Εμπορία χρέους, ανθρώπινου πόνου και μιζέριας: αυτή είναι η οικονομία που «έφτιαξαν» από το 2010 οι «σωτήρες» που μας κυβερνούν.

Κουίζ

Στην Ελλάδα τι προστατεύεται περισσότερο από όλα:

(α) Οι ηλικιωμένοι μας;
(β) Το αγαθό της υγείας;
(γ) Η πρώτη κατοικία;
(δ) Τα αρπακτικά;

Το βρήκατε, είναι το (δ)!

Ο 83χρονος Θεόφιλος Τζοχουνίδης, ο οποίος υποφέρει από νεφρική ανεπάρκεια και η 82χρονη σύζυγος του, εκδιώχθηκαν από το σπίτι τους, το οποίο έχει βγει σε πλειστηριασμό, παρότι, όπως καταγγέλλουν, ο νόμος τυπικά τους προστατεύει. Ο κ. Τζοχουνίδης λοιπόν επιστρέφοντας χθες το πρωί στο σπίτι του μετά από αιμοκάθαρση, αντίκρυσε όλα του τα υπάρχοντά έξω από το σπίτι. Η 82χρονη σύζυγος συνελήφθει! Είπαμε, πάνω απ όλα τα funds!

Αυτή είναι η Ελλάδα του 2025, αυτή είναι η Ελλάδα των Μητσοτάκηδων: απόλυτη προτεραιότητα έχουν τα συμφέροντα των funds, των αρπακτικών και των κερδοσκόπων. Και λέμε «Μητσοτάκηδων», επειδή οι ένοχοι είναι πολλοί. Είναι ο Τσίπρας και ο Τσακαλώτος που νομοθέτησαν τον Δεκέμβριο του 2015 τη δημιουργία των funds και των servicers, την πώληση των κόκκινων δανείων σε αυτά, τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς και το ιδιώνυμο στη διαμαρτυρία απέναντι στο ξεσπίτωμα. Πάνω σε αυτά, έχτισε ο Μητσοτάκης τον ληστρικό μηχανισμό εξώσεων που ονόμασε «ΗΡΑΚΛΗΣ».

Τι πρέπει να γίνει;

Ως ΜέΡΑ25 είμαστε ξεκάθαροι: Κατάργηση του ΗΡΑΚΛΗ, πραγματική προστασία της πρώτης κατοικίας με επ αόριστον πάγωμα των πλειστηριασμών, εκδίωξη των funds και των servicers από τη χώρα μας. Οτιδήποτε άλλο απλώς βαθαίνει τον εκφυλισμό της κοινωνικής μας οικονομίας σε μια οικονομία εμπορίας χρέους και ανθρώπινου πόνου.