Όταν η εποπτεία γίνεται ασπίδα αδιαφάνειας

Η πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή για την ανανέωση της θητείας του διοικητή της Τράπεζα της Ελλάδος άνοιξε ξανά ένα βαθύ και επικίνδυνο ζήτημα: ποιος τελικά ελέγχει το χρηματοπιστωτικό σύστημα και απέναντι σε ποιον λογοδοτεί;

Η άρνηση δημοσιοποίησης των business plans των servicers με επίκληση «εποπτικών κανόνων» και «τραπεζικού απορρήτου» δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια. Είναι μια βαθιά πολιτική πράξη. Διότι τα σχέδια αυτά συνδέονται άμεσα με κρατικές εγγυήσεις, με πλειστηριασμούς, με τη διαχείριση επιχειρήσεων και περιουσιών, αλλά και με το μέλλον χιλιάδων πολιτών και μικρομεσαίων επιχειρηματιών.

Το ερώτημα είναι απλό:
Πώς γίνεται να ζητείται εμπιστοσύνη προς την εποπτεία (Τράπεζα Ελλάδος), όταν η ίδια εποπτεία κατηγορείται ότι επί χρόνια δεν απέτρεψε πρακτικές που επιβάρυναν δραματικά την κοινωνία και την πραγματική οικονομία;

Οι ελληνικές τράπεζες κατηγορήθηκαν επανειλημμένα για:

  • υπερβολικά υψηλά επιτόκια,
  • σχεδόν μηδενικές αποδόσεις καταθέσεων,
  • αδιαφανείς και πολλαπλές χρεώσεις,
  • περιορισμένο ανταγωνισμό,
  • και επιθετικές πρακτικές απέναντι σε δανειολήπτες.

Την ίδια στιγμή, το ελληνικό δημόσιο κλήθηκε πολλές φορές να στηρίξει το τραπεζικό σύστημα με τεράστιο οικονομικό κόστος για τους φορολογούμενους.

Σήμερα, ένα τεράστιο μέρος της οικονομίας βρίσκεται υπό τη διαχείριση servicers και funds. Δεν μιλάμε πλέον μόνο για «κόκκινα δάνεια». Μιλάμε για τον έλεγχο επιχειρήσεων, ακινήτων, παραγωγικών μονάδων και κοινωνικού πλούτου.

Σε ένα δημοκρατικό κράτος, η διαφάνεια δεν μπορεί να σταματά εκεί που ξεκινούν τα συμφέροντα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Κανείς δεν ζητά παραβίαση προσωπικών δεδομένων ή αποκάλυψη εμπορικών μυστικών που θα έθεταν σε κίνδυνο τη σταθερότητα του συστήματος. Όμως άλλο η προστασία της σταθερότητας και άλλο η θεσμική αδιαφάνεια.

Η επίκληση του «απορρήτου» δεν μπορεί να λειτουργεί επιλεκτικά:

  • αυστηρή μυστικότητα όταν ζητούνται στοιχεία από τη Βουλή,
  • αλλά κοινωνικοποίηση του κόστους όταν οι κίνδυνοι μεταφέρονται στους πολίτες.

Η οικονομία χρειάζεται τράπεζες.
Οι τράπεζες χρειάζονται εποπτεία.
Αλλά η εποπτεία χρειάζεται λογοδοσία.

Διότι χωρίς λογοδοσία, η εμπιστοσύνη καταρρέει.
Και όταν καταρρέει η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, καταρρέει τελικά και η ίδια η δημοκρατική ισορροπία.

Τέλος η προκαταβολή φόρου;

Ξαφνικά θυμήθηκαν τους ελεύθερους επαγγελματίες…
Μετά από χρόνια οικονομικής ασφυξίας.

Η κυβέρνηση λέει:
“Τέλος η προκαταβολή φόρου… αλλά σταδιακά.” Ξέρετε ποια είναι η ειρωνεία;

Για πάνω από 10 χρόνια,
οι μικρομεσαίοι και οι ελεύθεροι επαγγελματίες πλήρωναν φόρο…
για εισόδημα που δεν είχαν ακόμα βγάλει!

Μνημόνια, Υπερφορολόγηση, Λουκέτα, Χρέη.

Και ποιοι κυβέρνησαν όλο αυτό το διάστημα; ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ.

Όλοι διατήρησαν ένα σύστημα που γονάτισε την αγορά.»

Χιλιάδες επιχειρήσεις έκλεισαν.
Νέοι άνθρωποι έφυγαν στο εξωτερικό.
Και τώρα παρουσιάζουν σαν “παροχή”
την κατάργηση ενός άδικου μέτρου που οι ίδιοι κράτησαν τόσα χρόνια.

Η πραγματική ερώτηση είναι άλλη:

Πόσες επιχειρήσεις χάθηκαν μέχρι να αποφασίσουν ότι η προκαταβολή φόρου ήταν λάθος;

Γράψε στα σχόλια:

Ήταν στήριξη της οικονομίας… ή καθυστερημένη παραδοχή αποτυχίας;

Πρώτα διέλυσαν τη μικρομεσαία τάξη.
Τώρα καταργούν “σταδιακά” αυτά που οι ίδιοι επέβαλαν.

ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ-ΕΙΣΠΡΑΚΤΟΡΑ

ΤΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΧΡΕΗ ΣΤΟ ΣΤΟΧΑΣΤΡΟ ΤΩΝ FUNDS

Η κυβέρνηση ετοιμάζεται να ανοίξει την πόρτα σε ένα νέο, επικίνδυνο μοντέλο

διαχείρισης των ασφαλιστικών οφειλών. Με διεθνή διαγωνισμό που ξεπερνά τα 100

εκατομμύρια ευρώ, σχεδιάζει να παραδώσει σε ιδιωτικές εταιρείες τη «διαχείριση»

των χρεών επαγγελματιών και αγροτών προς τον ΕΦΚΑ. Το θεσμικό μονοπάτι

στρώθηκε διακριτικά το Πάσχα του 2025, με το άρθρο 215 του νόμου 5193/2025 —

χωρίς ουσιαστική δημόσια συζήτηση, θαμμένο μέσα σε νομοσχέδιο για την

«Ενίσχυση της Κεφαλαιαγοράς».

Όμως εδώ δεν μιλάμε απλώς για μια τεχνική ρύθμιση. Μιλάμε για μετατόπιση

εξουσίας.

Για χρόνια, οι επαγγελματίες ζητούσαν κάτι αυτονόητο: βιώσιμες ρυθμίσεις. Οι 24

δόσεις δεν ήταν λύση — ήταν καταδίκη. Χρέη των 20.000 ευρώ μεταφράζονταν σε

μηνιαίες υποχρεώσεις άνω των 1.000 ευρώ. Σε μια οικονομία εξαντλημένη από

μνημόνια, πανδημία και ακρίβεια, αυτό δεν ήταν ρεαλισμός· ήταν άρνηση της

πραγματικότητας.

Και ξαφνικά, όταν οι πολιτικοί δείκτες άρχισαν να βυθίζονται, η «ωριμότητα»

εμφανίστηκε. Οι 72 δόσεις έγιναν αποδεκτές. Οι 120 υπόσχονται να έρθουν. Το

ερώτημα δεν είναι γιατί τώρα. Το ερώτημα είναι: με ποιο αντάλλαγμα;

Διότι πίσω από τις εξαγγελίες, κρύβονται δύο κρίσιμες —και σκόπιμα

αποσιωπημένες— αλήθειες:

Πρώτον, η είσπραξη ασφαλιστικών οφειλών δεν είναι μια απλή υπηρεσία. Είναι

άσκηση δημόσιας εξουσίας. Όταν αυτή μεταφέρεται σε ιδιώτες, αποσυνδέεται από τη

δημοκρατική λογοδοσία. Ο πολίτης παύει να έχει απέναντί του το κράτος και

βρίσκεται αντιμέτωπος με μηχανισμούς που λειτουργούν με μοναδικό γνώμονα το

κέρδος.

Δεύτερον, τα δεδομένα δεν είναι ουδέτερα. Το μητρώο οφειλετών έχει τεράστια

εμπορική αξία. Όποιος το διαχειρίζεται σήμερα, μπορεί αύριο να διεκδικήσει την

αγορά αυτών των χρεών. Το έχουμε ξαναδεί το έργο: πρώτα «διαχείριση», μετά

«μεταβίβαση», και τελικά πλήρης ιδιωτικοποίηση του προβλήματος.

Τα κόκκινα δάνεια δεν ήταν εξαίρεση. Ήταν πρόβα.

Η ουσία είναι απλή και ταυτόχρονα σκληρή: όταν το κράτος δηλώνει ανίκανο να

εισπράξει, δεν δικαιούται να εκχωρεί την ευθύνη του σε ιδιώτες που δεν λογοδοτούν

πουθενά. Η λύση δεν είναι περισσότερη πίεση — είναι δικαιοσύνη και ρεαλισμός.

Είναι ρυθμίσεις που ανταποκρίνονται στην πραγματική δυνατότητα των πολιτών.

Αντί γι’ αυτό, βλέπουμε να διαμορφώνεται ένα νέο τοπίο: οι ίδιοι άνθρωποι που

κράτησαν όρθια την οικονομία σε περιόδους κρίσης, καλούνται τώρα να

αντιμετωπίσουν όχι μόνο το κράτος, αλλά και τις εισπρακτικές του προεκτάσεις.

Το λεγόμενο «επιτελικό κράτος πρόνοιας» μεταλλάσσεται. Δεν προστατεύει την

κοινωνία — διασφαλίζει αποδόσεις για τους μετόχους.

Και αυτό δεν είναι ατύχημα. Είναι επιλογή.

Εργατική Πρωτομαγιά

Η Εργατική Πρωτομαγιά δεν είναι απλώς μια αργία. Είναι μια υπενθύμιση.
Υπενθύμιση των αγώνων που δόθηκαν για δικαιώματα που σήμερα θεωρούμε αυτονόητα.
Υπενθύμιση ότι τίποτα δεν χαρίστηκε — όλα κατακτήθηκαν.

Σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, με την εργασία να μετασχηματίζεται μέσα από την τεχνολογία και τις νέες οικονομικές συνθήκες, το μήνυμα της Πρωτομαγιάς παραμένει πιο επίκαιρο από ποτέ:
Αξιοπρέπεια στην εργασία, δίκαιες αμοιβές, ίσες ευκαιρίες για όλους.

Σήμερα τιμούμε το παρελθόν, αλλά κυρίως κοιτάμε το μέλλον.
Ένα μέλλον που οφείλουμε να χτίσουμε με επίκεντρο τον άνθρωπο.

Χρόνια πολλά σε όλους τους εργαζόμενους.
Ο αγώνας συνεχίζεται. ✊

Η αλήθεια πίσω από την «ανάπτυξη» – Όταν η εργασία τιμωρείται

Η πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ για τη φορολόγηση της εργασίας στην Ελλάδα δεν αφήνει κανένα περιθώριο για ωραιοποιήσεις. Πίσω από τις κυβερνητικές δηλώσεις περί «σταθερότητας» και «ανάπτυξης», αποκαλύπτεται μια σκληρή πραγματικότητα: στην Ελλάδα, η εργασία συνεχίζει να τιμωρείται.

Ας δούμε τα δεδομένα.

Η λεγόμενη «φορολογική σφήνα» – δηλαδή το σύνολο των φόρων και εισφορών που επιβαρύνουν την εργασία – φτάνει το 39,3% για έναν μέσο εργαζόμενο. Την ίδια στιγμή, ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 35,1%. Με απλά λόγια: ο Έλληνας εργαζόμενος πληρώνει σημαντικά περισσότερο από τον μέσο πολίτη των ανεπτυγμένων χωρών για να δουλεύει.

Και αν νομίζει κανείς ότι η κατάσταση βελτιώνεται με τα χρόνια, η πραγματικότητα τον διαψεύδει. Από το 2000 μέχρι το 2025, η φορολογική επιβάρυνση στην εργασία στην Ελλάδα αυξήθηκε, ενώ στον υπόλοιπο ΟΟΣΑ μειώθηκε. Δηλαδή, την ώρα που οι άλλες χώρες ελαφρύνουν τους εργαζόμενους, η Ελλάδα κάνει το αντίθετο.

Ακόμα πιο αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για τις οικογένειες. Ένα παντρεμένο ζευγάρι με δύο παιδιά αντιμετωπίζει τον 4ο υψηλότερο φορολογικό σφήνα στον ΟΟΣΑ (37,5%), όταν ο μέσος όρος είναι μόλις 26,2%. Και εδώ προκύπτει το εξής εξοργιστικό: η μείωση της επιβάρυνσης λόγω παιδιών στην Ελλάδα είναι μόλις 1,9 ποσοστιαίες μονάδες, όταν στον ΟΟΣΑ φτάνει τις 8,9.

Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Ότι το ελληνικό κράτος όχι μόνο δεν στηρίζει την οικογένεια, αλλά την αφήνει να σηκώνει ένα δυσανάλογο βάρος.

Και ας μιλήσουμε καθαρά: αυτή δεν είναι «ουδέτερη» οικονομική πολιτική. Είναι επιλογή.

Είναι επιλογή να βασίζεται το κράτος στη βαριά φορολόγηση της εργασίας αντί να χτυπά τη φοροδιαφυγή και τις μεγάλες ανισότητες. Είναι επιλογή να επιβαρύνονται οι μισθωτοί και οι μικρομεσαίοι, ενώ το παραγωγικό μοντέλο της χώρας παραμένει στρεβλό και εξαρτημένο.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ζοφερή αν δούμε τι μένει τελικά στην τσέπη του εργαζόμενου. Ένας μέσος εργαζόμενος κρατά μόλις το 73,9% του μισθού του μετά από φόρους και εισφορές – λιγότερο από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Για οικογένειες με παιδιά, η διαφορά είναι ακόμη πιο δραματική.

Πώς μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη όταν η εργασία αποθαρρύνεται;
Πώς μπορεί να υπάρξει δημογραφική πολιτική όταν οι οικογένειες τιμωρούνται;
Πώς μπορεί να υπάρξει κοινωνική δικαιοσύνη όταν το βάρος πέφτει πάντα στους ίδιους;

Η απάντηση είναι απλή: δεν μπορεί.

Η κυβέρνηση οφείλει να σταματήσει την επικοινωνιακή διαχείριση και να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα. Η Ελλάδα δεν πάσχει από έλλειψη φόρων – πάσχει από λάθος κατανομή τους.

Μια πραγματικά δίκαιη οικονομική πολιτική θα ξεκινούσε από την αποφόρτιση της εργασίας, την ουσιαστική στήριξη της οικογένειας και τη μετατόπιση του βάρους εκεί που πραγματικά υπάρχει πλούτος.

Μέχρι τότε, κάθε αφήγημα περί «ανάπτυξης για όλους» θα παραμένει αυτό που ήδη είναι: ένα αφήγημα χωρίς αντίκρισμα.

Προς μια οικονομία τεχνοφεουδαρχίας

Το Μεσοπρόθεσμο καταρρίπτει το αφήγημα της ανάπτυξης: Προς μια οικονομία τεχνοφεουδαρχίας;

Η μείωση των δημοσίων υπαλλήλων και η δημοσιονομική πειθαρχία αποκαλύπτουν μια διαφορετική πραγματικότητα πίσω από την «ανάπτυξη» — και θέτουν το πραγματικό δίλημμα των επερχόμενων εκλογών.

Η «ανάπτυξη» ως αφήγημα

Τα τελευταία χρόνια, η έννοια της ανάπτυξης κυριαρχεί στον δημόσιο λόγο. Παρουσιάζεται ως απόδειξη επιτυχίας, ως ένδειξη σταθερότητας, ως σημάδι ότι η ελληνική οικονομία έχει αφήσει πίσω της την κρίση. Ωστόσο, όταν εξετάζουμε τις πραγματικές πολιτικές που εφαρμόζονται, η εικόνα αυτή αρχίζει να ραγίζει. Το Μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα δημοσιονομικής στρατηγικής δεν επιβεβαιώνει το αφήγημα της ανάπτυξης. Το αμφισβητεί ευθέως.

Η πραγματικότητα των αριθμών

Η πρόβλεψη για μείωση κατά 5% των δημοσίων υπαλλήλων αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Δεν πρόκειται απλώς για έναν αριθμό. Πρόκειται για μια πολιτική κατεύθυνση:

•             περιορισμός του κράτους,

•             συγκράτηση δαπανών,

•             διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων.

Αυτές οι επιλογές δεν συνάδουν με ένα μοντέλο δυναμικής και συμπεριληπτικής ανάπτυξης. Αντίθετα, παραπέμπουν σε ένα πλαίσιο διαρκούς προσαρμογής και πειθαρχίας. Από την ανάπτυξη στη συρρίκνωση. Η μείωση του ανθρώπινου δυναμικού στο Δημόσιο δεν είναι ουδέτερη.  Σημαίνει:

•             λιγότερη δυνατότητα παροχής υπηρεσιών,

•             μεγαλύτερη πίεση σε κρίσιμους τομείς όπως η υγεία και η παιδεία,

•             μεταφορά κόστους από το κράτος στον πολίτη.

Με άλλα λόγια, η ανάγκη δεν εξαφανίζεται — απλώς αλλάζει φορέα. Και κάπως έτσι, η «ανάπτυξη» μετατρέπεται σε μια έννοια αποκομμένη από την καθημερινότητα της κοινωνίας.

Το μοντέλο του τεχνοφεουδαλισμού

Αυτό που αναδύεται δεν είναι απλώς μια αυστηρή δημοσιονομική πολιτική. Είναι ένα διαφορετικό οικονομικό μοντέλο. Ένα μοντέλο όπου:

•             η ισχύς συγκεντρώνεται σε λίγους,

•             το κράτος αποσύρεται από βασικές λειτουργίες,

•             και ο πολίτης καλείται να καλύψει τα κενά.

Αυτό το μοντέλο περιγράφεται όλο και συχνότερα ως τεχνοφεουδαλισμός ή τεχνοφεουδαρχία

Δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Είναι η πρακτική μετάβαση σε μια οικονομία όπου η ανάπτυξη δεν διαχέεται — συγκεντρώνεται.

Εκλογές: το πραγματικό δίλημμα

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι επερχόμενες εκλογές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Το διακύβευμα δεν είναι απλώς ποιος θα διαχειριστεί την οικονομία. Είναι ποιο μοντέλο οικονομίας θα ακολουθηθεί. Το ερώτημα είναι σαφές:

•             Θα συνεχίσουμε σε μια πολιτική που βασίζεται στη συρρίκνωση του κράτους και τη μεταφορά βαρών στην κοινωνία;

•             ή θα αναζητήσουμε ένα διαφορετικό μοντέλο που επενδύει στον άνθρωπο και ενισχύει τη συλλογική ευημερία;

Η ανάγκη για μια ανθρωποκεντρική οικονομία

Η πραγματική ανάπτυξη δεν μπορεί να περιορίζεται σε δείκτες και ποσοστά. Αφορά:

•             την ποιότητα ζωής,

•             την κοινωνική συνοχή,

•             την πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες.

Μια ανθρωποκεντρική οικονομία δεν αντιμετωπίζει το κράτος ως βάρος, αλλά ως εργαλείο ισορροπίας και προστασίας. Δεν μειώνει τον άνθρωπο για να βελτιώσει τους αριθμούς. Βελτιώνει τους αριθμούς επενδύοντας στον άνθρωπο.

Ένα ευρύτερο πλαίσιο

Όπως αναλύεται και στο The Conscious Code: AI’s Journey into Human Society, η μετάβαση των οικονομιών σε πιο συγκεντρωτικά μοντέλα ισχύος δεν είναι τυχαία. Συνδέεται με την τεχνολογία, τη συγκέντρωση δεδομένων και τη μεταβολή των σχέσεων μεταξύ κράτους, αγοράς και κοινωνίας. Η οικονομική πολιτική που αποτυπώνεται στο Μεσοπρόθεσμο εντάσσεται σε αυτή τη μεγαλύτερη εικόνα.

Συμπέρασμα

Το Μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα δεν αποτελεί επιβεβαίωση της ανάπτυξης. Αποτελεί ένδειξη μιας διαφορετικής πορείας. Μιας πορείας που απομακρύνεται από την κοινωνική ενίσχυση και κινείται προς τη δημοσιονομική προσαρμογή και τη συγκέντρωση ισχύος. Και αυτό είναι που τελικά θα κριθεί στην κάλπη.

Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει ανάπτυξη.

Αλλά:

❗ ποιον αφορά

❗ και ποιος πληρώνει το τίμημά της

Ψηφιακό ευρώ

Επειδή πολύς λόγος γίνεται για το ψηφιακό ευρώ και την έλευση του το 2029 και τα “οφέλη του” για το καλό μας πάντα, δείτε τι γίνεται στην Κίνα όπου χιλιάδες νέοι Κινέζοι μένουν άστεγοι, επειδή έχουν μπει στη Μαύρη Λίστα του Συστήματος Κοινωνικής Εμπιστοσύνης.

Μόλις μπεις στη μαύρη λίστα, το ψηφιακό πορτοφόλι WeChat σου απαγορεύει αμέσως να ξοδέψεις τα δικά σου ψηφιακά χρήματα, ή να λάβεις μισθό. Έτσι μένεις άστεγος

Προσεχώς και εδώ….

Ζήτω το Χρηματιστήριο Ενέργειας

Δήλωση του Γραμματέα του ΜέΡΑ25, Γιάνη Βαρουφάκη:

Σήμερα, η μεγαβατώρα στην Ελλάδα χρεώνεται €144. Στην Ισπανία €37. Στη Γαλλία €58 ευρώ. Στη Βρετανία και στη Γερμανία €96 και €98 ευρώ αντίστοιχα.

Ζήτω το Χρηματιστήριο Ενέργειας που μας κληροδότησε ο κ. Τσίπρας και, σήμερα, διαχειρίζεται η «Μητσοτάκης ΑΕ».

Εύχομαι η αγάπη και η χαρά να φωλιάσει στις καρδιές των ανθρώπων και να τις ζεστάνει, προσθέτοντας μια νότα ευτυχίας στη δύσκολη καθημερινότητα αυτής της εποχής. Χρόνια πολλά!!!

Ο προϋπολογισμός της κυβέρνησης είναι τοξικός και ταξικός

Η κυβέρνηση παρουσιάζει έναν ταξικό προϋπολογισμό για το 2026 που επιβεβαιώνει για ακόμη μία φορά τη μη βιωσιμότητα της χώρας. Κάθε στοιχείο του προϋπολογισμού συνηγορεί στην τοξικότητα μιας οικονομικής πολιτικής στην οποία οι πολλοί πρέπει να θυσιάζουν βασικές ανάγκες, την ίδια ώρα που το μεγάλο κεφάλαιο δεν θυσιάζει τίποτα.

Με τα δεδομένα που επικυρώνει ο προϋπολογισμός, σήμερα:

  • Οι εισφορές των μισθωτών προς το κράτος, εξακολουθούν να ξεπερνούν εκείνες των εργοδοτών.
  • Η φορολογία συνεχίζει να στηρίζεται εγκληματικά στους έμμεσους φόρους (ΦΠΑ και ειδικοί φόροι) και η φορολογία της κατανάλωσης πλήττει δυσανάλογα τα χαμηλά και τα μεσαία στρώματα έναντι του μεγάλου κεφαλαίου και αποτελεί το 50% των φορολογικών εσόδων.
  • Παραμένει η πολιτική λιτότητας, με τα κρατικά έσοδα να αυξάνουν και τις κρατικές δαπάνες να μειώνονται, με περικοπές σε επιδόματα στέγης, πρόνοια, αγροτικές ενισχύσεις και οικογενειακά επιδόματα.

Σε όλα αυτά ας προστεθεί ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της ΕΕ στην οποία τα πραγματικά εισοδήματα συνεχίζουν να πέφτουν μετά το 2021, ενώ παρά το γεγονός ότι είμαστε η χώρα με τη χαμηλότερη αγοραστική δύναμη στην ΕΕ συνεχίζουμε να πληρώνουμε πιο ακριβά από όλους την ενέργεια, τις τηλεπικοινωνίες και τα βασικά αγαθά.

Αυτή είναι η τοξική, ταξική ιδεολογία και αυτού του Κρατικού Προϋπολογισμού.

Ως ΜέΡΑ25 τον απορρίπτουμε συνολικά και στεκόμαστε στο πλευρό των κινητοποιήσεων που έχουν κηρύξει τα συνδικάτα.

Ένας δρόμος υπάρχει για να ανασάνουν οι πολλοί: η απομάκρυνση από την εξουσία των πολιτικών εκπροσώπων της ολιγαρχίας.