ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ-ΕΙΣΠΡΑΚΤΟΡΑ

ΤΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΧΡΕΗ ΣΤΟ ΣΤΟΧΑΣΤΡΟ ΤΩΝ FUNDS

Η κυβέρνηση ετοιμάζεται να ανοίξει την πόρτα σε ένα νέο, επικίνδυνο μοντέλο

διαχείρισης των ασφαλιστικών οφειλών. Με διεθνή διαγωνισμό που ξεπερνά τα 100

εκατομμύρια ευρώ, σχεδιάζει να παραδώσει σε ιδιωτικές εταιρείες τη «διαχείριση»

των χρεών επαγγελματιών και αγροτών προς τον ΕΦΚΑ. Το θεσμικό μονοπάτι

στρώθηκε διακριτικά το Πάσχα του 2025, με το άρθρο 215 του νόμου 5193/2025 —

χωρίς ουσιαστική δημόσια συζήτηση, θαμμένο μέσα σε νομοσχέδιο για την

«Ενίσχυση της Κεφαλαιαγοράς».

Όμως εδώ δεν μιλάμε απλώς για μια τεχνική ρύθμιση. Μιλάμε για μετατόπιση

εξουσίας.

Για χρόνια, οι επαγγελματίες ζητούσαν κάτι αυτονόητο: βιώσιμες ρυθμίσεις. Οι 24

δόσεις δεν ήταν λύση — ήταν καταδίκη. Χρέη των 20.000 ευρώ μεταφράζονταν σε

μηνιαίες υποχρεώσεις άνω των 1.000 ευρώ. Σε μια οικονομία εξαντλημένη από

μνημόνια, πανδημία και ακρίβεια, αυτό δεν ήταν ρεαλισμός· ήταν άρνηση της

πραγματικότητας.

Και ξαφνικά, όταν οι πολιτικοί δείκτες άρχισαν να βυθίζονται, η «ωριμότητα»

εμφανίστηκε. Οι 72 δόσεις έγιναν αποδεκτές. Οι 120 υπόσχονται να έρθουν. Το

ερώτημα δεν είναι γιατί τώρα. Το ερώτημα είναι: με ποιο αντάλλαγμα;

Διότι πίσω από τις εξαγγελίες, κρύβονται δύο κρίσιμες —και σκόπιμα

αποσιωπημένες— αλήθειες:

Πρώτον, η είσπραξη ασφαλιστικών οφειλών δεν είναι μια απλή υπηρεσία. Είναι

άσκηση δημόσιας εξουσίας. Όταν αυτή μεταφέρεται σε ιδιώτες, αποσυνδέεται από τη

δημοκρατική λογοδοσία. Ο πολίτης παύει να έχει απέναντί του το κράτος και

βρίσκεται αντιμέτωπος με μηχανισμούς που λειτουργούν με μοναδικό γνώμονα το

κέρδος.

Δεύτερον, τα δεδομένα δεν είναι ουδέτερα. Το μητρώο οφειλετών έχει τεράστια

εμπορική αξία. Όποιος το διαχειρίζεται σήμερα, μπορεί αύριο να διεκδικήσει την

αγορά αυτών των χρεών. Το έχουμε ξαναδεί το έργο: πρώτα «διαχείριση», μετά

«μεταβίβαση», και τελικά πλήρης ιδιωτικοποίηση του προβλήματος.

Τα κόκκινα δάνεια δεν ήταν εξαίρεση. Ήταν πρόβα.

Η ουσία είναι απλή και ταυτόχρονα σκληρή: όταν το κράτος δηλώνει ανίκανο να

εισπράξει, δεν δικαιούται να εκχωρεί την ευθύνη του σε ιδιώτες που δεν λογοδοτούν

πουθενά. Η λύση δεν είναι περισσότερη πίεση — είναι δικαιοσύνη και ρεαλισμός.

Είναι ρυθμίσεις που ανταποκρίνονται στην πραγματική δυνατότητα των πολιτών.

Αντί γι’ αυτό, βλέπουμε να διαμορφώνεται ένα νέο τοπίο: οι ίδιοι άνθρωποι που

κράτησαν όρθια την οικονομία σε περιόδους κρίσης, καλούνται τώρα να

αντιμετωπίσουν όχι μόνο το κράτος, αλλά και τις εισπρακτικές του προεκτάσεις.

Το λεγόμενο «επιτελικό κράτος πρόνοιας» μεταλλάσσεται. Δεν προστατεύει την

κοινωνία — διασφαλίζει αποδόσεις για τους μετόχους.

Και αυτό δεν είναι ατύχημα. Είναι επιλογή.